Νομική Άμυνα για το Δημόσιο Πλήρως Ορκωτό Δικαστήριο

Η πρόταση για Δημόσιο Πλήρως Ορκωτό Δικαστήριο δεν συνιστά αντισυνταγματική ή λαϊκιστική εκτροπή, αλλά συγκροτημένο θεσμικό σχέδιο ελέγχου της εξουσίας, με ιστορικά και συγκριτικά στηρίγματα και με σαφή διάκριση ανάμεσα στη διαδικαστική εγγύηση και στην ουσιαστική κρίση.

Περίληψη

Η νομική άμυνα της πρότασης είναι κρίσιμη, διότι το Δημόσιο Πλήρως Ορκωτό Δικαστήριο θα δεχθεί αναμενόμενα επιθέσεις ως δήθεν αντισυνταγματικό, λαϊκιστικό ή ανεφάρμοστο. Όμως οι ενστάσεις αυτές δεν είναι ακαταμάχητες. Η ίδια η συνταγματική τάξη αναγνωρίζει την απονομή δικαιοσύνης στο όνομα του λαού και δεν αποκλείει εκ προοιμίου ειδικές μορφές ορκωτής κρίσης, ενώ το ιστορικό και συγκριτικό προηγούμενο επιβεβαιώνει ότι η ενεργός συμμετοχή των πολιτών στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι θεσμική ανωμαλία αλλά υπαρκτή δημοκρατική δυνατότητα.

Κείμενο

ΙΙΙ. Νομική Άμυνα

Η Πρόταση δεν Είναι Αντισυνταγματική

Μία από τις πρώτες επιθέσεις που αναμένεται να δεχθεί η πρόταση για Δημόσιο Πλήρως Ορκωτό Δικαστήριο είναι ο ισχυρισμός ότι δήθεν πρόκειται για αντισυνταγματική κατασκευή. Η ένσταση αυτή δεν είναι πειστική.

Το Σύνταγμα προβλέπει ότι η δικαιοσύνη απονέμεται στο όνομα του λαού. Η διατύπωση αυτή δεν αποτελεί απλή τελετουργική αναφορά, αλλά θεμελιώδη αρχή δημοκρατικής νομιμοποίησης της δικαστικής λειτουργίας. Επιπλέον, η συνταγματική τάξη δεν απαγορεύει εκ προοιμίου ειδικές μορφές ορκωτής κρίσης. Αντιθέτως, η ίδια η έννομη τάξη αναγνωρίζει ήδη ορκωτά δικαστήρια.

Το πραγματικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η ύπαρξη των ενόρκων ως θεσμικής ιδέας. Το πρόβλημα είναι ότι, στη σημερινή μορφή, η συμμετοχή τους δεν φθάνει στην ουσία της κρίσης με τον τρόπο που απαιτεί μια πραγματικά λαϊκή και ανεξάρτητη δικαστική λειτουργία.

Το Ζήτημα δεν Είναι η Ύπαρξη Ενόρκων, αλλά η Ουσία της Κρίσης

Όσοι προβάλλουν την ένσταση της αντισυνταγματικότητας συχνά αποσιωπούν ότι το ισχύον σύστημα δεν είναι ξένο προς την έννοια της λαϊκής συμμετοχής. Αυτό που αμφισβητείται εδώ δεν είναι η αρχή της ορκωτής συμμετοχής, αλλά η περιορισμένη, συχνά αποδυναμωμένη και μη αποφασιστική της λειτουργία.

Η πρόταση για Δημόσιο Πλήρως Ορκωτό Δικαστήριο έρχεται να αποκαταστήσει ακριβώς αυτό: να μεταφέρει την ουσιαστική κρίση στους πολίτες, χωρίς να καταργεί τη διαδικαστική εγγύηση, αλλά και χωρίς να αφήνει τον λαό σε συμβολικό ή διακοσμητικό ρόλο.

Η Πρόταση δεν Είναι Λαϊκισμός

Μία δεύτερη συνηθισμένη ένσταση είναι ότι η πρόταση συνιστά λαϊκισμό. Και αυτή η ένσταση είναι εσφαλμένη.

Ο λαϊκισμός, στην ουσία του, αποδομεί τους θεσμούς, υποκαθιστά τους κανόνες με συνθήματα και επιδιώκει την κατάργηση των εγγυήσεων στο όνομα μιας ακαθόριστης λαϊκής βούλησης. Εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η πρόταση δεν καταργεί θεσμούς. Δημιουργεί θεσμό ελέγχου της εξουσίας.

Το Δημόσιο Πλήρως Ορκωτό Δικαστήριο δεν εμφανίζεται ως άναρχη λαϊκή έκρηξη ούτε ως μηχανισμός αυθαίρετης τιμωρίας. Εμφανίζεται ως οργανωμένο θεσμικό σχήμα με σύνθεση, διαδικασία, όρια αρμοδιότητας, δημόσια διαφάνεια, κανόνες ψηφοφορίας και αιτιολογημένη απόφαση. Πρόκειται, συνεπώς, όχι για λαϊκισμό, αλλά για θεσμικό έλεγχο της εξουσίας.

Τα Ιστορικά και Συγκριτικά Στηρίγματα

Η πρόταση δεν στερείται ιστορικού και συγκριτικού ερείσματος. Η Αρχαία Αθήνα και η Ηλιαία αποτελούν χαρακτηριστικό ιστορικό προηγούμενο ευρείας συμμετοχής των πολιτών στην απονομή της κρίσης. Η Ελβετία προσφέρει σύγχρονο παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας, όπου η ουσιαστική συμμετοχή του πολίτη στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων παραμένει ενεργός πυλώνας του πολιτεύματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω των jury trials, αποδεικνύουν ότι η κρίση από σώμα πολιτών μπορεί να λειτουργεί εντός οργανωμένου και απαιτητικού νομικού πλαισίου.

Τα παραδείγματα αυτά δεν σημαίνουν ότι το προτεινόμενο μοντέλο ταυτίζεται πλήρως με κάποιο από αυτά. Δείχνουν όμως ότι η ενεργός συμμετοχή των πολιτών στην κρίση δεν είναι ούτε ουτοπική ούτε νομικά αδιανόητη. Είναι υπαρκτή δημοκρατική δυνατότητα.

Η Ένσταση ότι ο Πολίτης δεν Ξέρει

Μία ακόμη ένσταση που προβάλλεται συχνά είναι ότι ο πολίτης δήθεν δεν γνωρίζει αρκετά ώστε να αποδώσει δικαιοσύνη. Και αυτή η θέση είναι προβληματική.

Ο πολίτης μπορεί να μην είναι επαγγελματίας νομικός, γνωρίζει όμως πότε αδικείται, πότε υπάρχει κατάχρηση, πότε η εξουσία ενεργεί δυσανάλογα και πότε μια υπόθεση αποπνέει θεσμική στρέβλωση. Η πρόταση δεν απαιτεί από τον πολίτη να αντικαταστήσει τον νομικό επιστήμονα σε θεωρητική επεξεργασία κανόνων. Ζητεί από αυτόν να αποδώσει κρίση επί των γεγονότων, της βλάβης, της κατάχρησης και της ουσίας της υπόθεσης.

Αυτό ακριβώς εξηγεί και τη δομή του πλήρως ορκωτού. Ο δικαστής εγγυάται τη διαδικασία, το παραδεκτό, την τάξη της δίκης και την προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ο πολίτης δεν καλείται να αναλάβει τον διαδικαστικό ρόλο του δικαστή. Καλείται να αποδώσει το δίκαιο στην ουσία της κοινωνικής και θεσμικής σύγκρουσης.

Ο Δικαστής Εγγυάται τη Διαδικασία, ο Πολίτης Αποδίδει το Δίκαιο

Η πρόταση στηρίζεται σε σαφή κατανομή ρόλων. Ο δικαστής παραμένει αναγκαίος ως εγγυητής της διαδικασίας. Ελέγχει το παραδεκτό, προστατεύει τα δικονομικά δικαιώματα, διασφαλίζει τη νομιμότητα της πορείας της δίκης και αποτρέπει αυθαιρεσίες.

Ο πολίτης, όμως, είναι εκείνος που αποδίδει την ουσιαστική κρίση. Με τον τρόπο αυτό, δεν καταρρέει ο θεσμικός ορθολογισμός της δικαιοσύνης, αλλά ανασυντίθεται πάνω σε πιο δημοκρατική βάση. Η νομική τεχνική και η λαϊκή κρίση δεν βρίσκονται σε σύγκρουση. Συνυπάρχουν σε διακριτούς ρόλους, ώστε η διαδικασία να είναι ασφαλής και η ουσία να ανήκει πραγματικά στον λαό.

Τελικό Συμπέρασμα

Αυτό που σχεδιάζεται με το Δημόσιο Πλήρως Ορκωτό Δικαστήριο δεν είναι σύνθημα, ούτε ουτοπία, ούτε αυθόρμητη αντιθεσμική έκρηξη. Είναι πλήρες θεσμικό σχέδιο.

Διαθέτει αρχή, σύνθεση, αρμοδιότητα, διαδικασία, δημόσια διαφάνεια, κανόνες απόφασης, ιστορικό έρεισμα, συγκριτικά παραδείγματα και συνεκτική νομική άμυνα απέναντι στις βασικές ενστάσεις. Ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση γύρω από αυτό δεν μπορεί να απορρίπτεται με εύκολες λέξεις, αλλά απαιτεί σοβαρή θεσμική αντιπαράθεση.

Το ζήτημα δεν είναι αν η κοινωνία μπορεί να εμπιστευθεί τον λαό. Το πραγματικό ζήτημα είναι αν μπορεί να συνεχίσει να εμπιστεύεται ένα σύστημα που, όταν κρίνει τον εαυτό του και το κράτος, αφήνει τόσο βαθιά ανοιχτό το τραύμα της αμφιβολίας.